Γράμμα για μια μάνα

Με ρωτάς γιατί και κομπλάρω.
Με ρωτάς πώς και δεν μπορώ να σου πω.
Με ρωτάς πού και δεν βρίσκω απάντηση.
Με ρωτάς τι μα δεν βγαίνει λέξη ενώ έχω τόσες να πω.
Μα όσα δεν λέγονται γράφονται.


Ήσουν πάντα το καλό κορίτσι, Το κορίτσι της μαμάς και του μπαμπά. Ήθελες να τα πηγαίνεις καλά στο σχολείο, στα αγγλικά, με το σόι με όλους και με όλα. Κάθε σου κίνηση και μια σκέψη. Κάθε σου απόφαση άλλη μια. Σκεφτόσουν πάντοτε τι θα πουν οι άλλοι. Και έτσι δείλιαζες. Και σε δεχόντουσαν. Και τους άρεσες. Και αυτό ήταν ευτυχία. Η χαρά της γιαγιάς που είχε μια καλή εγγόνη. Οι κόρες του γείτονα που ήθελαν να σου μοιάσουν.
Και ήρθε εκείνος.
Έσκασε σαν μπαλόνι σε ξέφρενο πάρτυ. Σαν την πρώτη βροχή του χρόνου. Σαν βόμβα στην Ανατολή. Άνθρωποι καθρέφτες, λένε. Είδες σε εκείνον, τον άνθρωπο που ποτέ δεν κατάφερες να΄σαι. Και σου έμαθε να αγαπάς τον εαυτό σου. Σου έμαθε να διεκδικείς την ελευθερία σου και το δίκιο σου. Και όταν μιλώ για ελευθερία δεν λέω για εκείνη που φαντάζεσαι. Μιλώ για την απλή ελευθερία, την καθημερινή. Εκείνη που σου επιτρέπει να είσαι πραγματικά ευτυχής. Σου έμαθε την αξία της ζωής, πόσο μικρή είναι και πόσα προλαβαίνεις να κάνεις. Σου έμαθε να μην δειλιάζεις, να αγαπάς τους ανθρώπους και να ανοίγεις την καρδιά σου. Να κυνηγάς τα όνειρα σου όσο άπιαστα και αν είναι. Να σηκώνεσαι , να προχωράς και να παλεύεις. Να είσαι άνθρωπος.
Επιπλέον... Μοιάζουν τόσο πολύ. Όλα εκείνα που σε εκνευρίζουν στον πατέρα σου, μέσα σε μια στιγμή έγιναν όλα εκείνα που ερωτεύτηκες σε αυτόν. Από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα. Από τον τρόπο που καπνίζει και πίνει τις μπύρες του χωρίς σταματιμό. Από τον τρόπο που σε συμβουλεύει και σε προσέχει. Μα κυρίως από τον τρόπο που σε αγαπά, Διακριτικά και έντονα. Όπως αρμόζει σε εκείνους που αγαπούν αληθινά.
Συγχώρεσέ με που χρησιμοποιώ β'ενικό πρόσωπο. Για μένα λέω. Αλλά το α'πληθυντικό σου προκαλεί αμηχανία μάνα.
Ξέχασα να σου πω πως το καλοκαίρι που μας πέρασε πεταχτήκαμε τρεις μέρες μέχρι το Αγκίστρι για camping. Ήθελα πολύ να σου τηλεφωνήσω και να μοιραστώ την χαρά μου μαζί σου όπως κάνω πάντα αλλά στο άκουσμα του ονόματος του και μόνο θα έκανες σαν τρελή. Πάντως να ξέρεις ήταν οι πιο όμορφες διακοπές της ζωής μου. Μην απορείς τι κάναμε. Τίποτα σπουδαίο. Επί τρεις μέρες, από το πρωί ως το βράδυ καθόμασταν στην αμμουδιά , τραγουδούσαμε παρέα με μια κιθάρα και άλλα δεκαπέντε άτομα και πίναμε μπύρες. Αλλά όλα όσα ήθελα ήταν εκεί.
Αα μάνα, μην ξεχάσω το πιο παράδοξο. Δεν έχω κλάψει τόσα βράδια για κανέναν και τίποτα άλλο. Και το παράδοξο ξέρεις που είναι; Είναι στο ότι ο κόσμος μιλάει για δάκρυα λύπης και στεναχώριας, μα εγώ δεν τα ένιωσα ποτέ αυτά. Βράδια ατέλειωτα να κλαίω από χαρά. Βράδια ατέλειωτα να με τρελαίνει η ευτυχία.
Δύο και τρία χρόνια μου έδινε υποσχέσεις. Μέρη που θα πάμε ,στιγμές που θα ζήσουμε. Και φυσικά εγώ ποτέ δεν πίστεψα εκείνο το 15χρονο. Και το 15χρονο εγινε 20χρονο και τις έκανε πράξεις εκείνες τις υποσχέσεις μάνα. Αχ να τον έβλεπες πως βιαζόταν την πρώτη κιόλας μέρα που με είδε ύστερα απο 2μιση χρόνια για να προλάβει να τις τηρήσει όλες.
Και τέλος μάνα για να ξέρεις... με κοιτάει στα μάτια.  Όπως έκαναν εκείνοι στα παραμύθια που μου διάβαζες  τις νύχτες για να κοιμηθώ και να ονειρευτώ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου